Το ψαχτήρι του κακομοίρη...

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2006

Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια...

"Κάποιος περπατούσε και βαριανάσαινε κι έβηχε σαν να του 'βγαινε η ψυχή. Στην αρχή είπα πως ήταν ο Τζέμ πάλι, όμως ο βήχας του δεν έμοιαζε με του Τζέμ κι έτσι άρχισα να ψάχνω πάλι κάτω για τον Τζέμ. Σκέφτηκα πως θα 'χε έρθει ο Άττικους να μας βοηθήσει κι είχε αποκάμει από την πάλη..."
"Ποιός ήταν Σκάουτ;"
"Μα, μπροστά σας το έχετε κύριε Τέιτ. Ρωτήστε τον να σας πει μόνος του τ΄ όνομα του".
Όσο του το ΄λεγα αυτό, είχα σηκώσει το χέρι και μισόδειχνα τον άνδρα στην γωνία, αλλά μετά το κατέβασα με βιάση, μήπως και με κατσάδιαζε ο Άττικους. Ήταν αγένεια να δείχνεις τον άλλο με το χέρι.

Εξακολουθούσε να είναι γερμένος πάνω στον τοίχο. Έστεκε γερμένος συνέχεια αφότου είχα έρθει εγώ στην κάμαρα, με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος. Όταν τον έδειξα στον κύριο Τέιτ, ξεσταύρωσε τα χέρια και κόλλησε τις παλάμες στον τοίχο. Ήταν κάτι χέρια κάτασπρα, κάτι αρρωστημένα άσπρα χέρια που δεν τα ΄χε δεί ποτέ ο ήλιος, τόσο άσπρα, που έρχονταν σε χτυπητή αντίθεση με το μπεζ του τοίχου στο απαλό φως του δωματίου του Τζέμ.

Το βλέμμα μου πήγε από τα χέρια στο γεμάτο χώματα χακί παντελόνι του, έπειτα διέτρεξε όλο το αδύνατο κορμί του ως το σκισμένο του πουκάμισο. Το πρόσωπο του ήταν το ίδιο άσπρο όπως και τα χέρια του, έξω απο μια σκιά που είχε στο μυτερό του σαγόνι. Τα μάγουλα του ήταν βαθουλωμένα απο την αδυναμία. Το στόμα του γεμάτο και πλατύ. Είχε απο ένα μικρό κοίλωμα στον κάθε του κρόταφο και τα γκρίζα του μάτια ήταν τόσο άχρωμα, που τον έκανε για τυφλό. Τα μαλλιά του ήταν αδύναμα και δίχως λάμψη. Έμοιαζαν σχεδόν με χνούδι στην κορυφή του κεφαλιού του.

Όσο τον έδειχνα, οι παλάμες του γλίστρησαν λιγάκι, αφήνοντας σημάδια ιδρώτα στον τοίχο, και μετά σήκωσε τα χέρια του και τα στερέωσε στην ζώνη του. Ένας παράξενος μικρός σπασμός τον συντάραξε, σαν να χε ακούσει κιμωλία να γρατζουνάει μαυροπίνακα, αλλά όταν τον κοίταξα απορημένη, η ένταση έφευγε σιγά σιγά απο την όψη του. Τα χείλη του μισάνοιξαν σε ένα φοβισμένο χαμόγελο. Τα ξαφνικά δάκρυα μου θόλωσαν την μορφή του γείτονα μας. "Γειά σου, Μπου", του είπα.

Harper Lee, To kill a mockingbird (Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια, εκδόσεις Bell)

Χτες το βράδυ το τελείωσα. Βιβλία σαν το "'Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια" ανήκουν στην κατηγορία των μικρών αριστουργημάτων: πάντα αφήνουν κάτι στην άκρη του μυαλού σου. Αυτό εδώ μου άφησε (ανάμεσα σε πολλά άλλα) την μορφή του Arthur Boo Radley, του στοιχειωμένου γείτονα των Finch.

Καθώς διάβαζα το πως αναδυόταν μέσα από τις σκιές, σωστή σκιά και ο ίδιος, δεν μπορούσα παρά να φέρω στο μυαλό μου την εικόνα του Robert Duvall στον ρόλο του Arthur Boo Radley στην ομώνυμη ταινία του 1962. Αυτή η μορφή σε στοιχειώνει. Και έτυχε να είναι αυτή η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Duvall. Το 1962 έμελλε να είναι μια απο τις καλύτερες χρονιές του αμερικάνικου κινηματογράφου. Εκτός απο το "Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια", προβλήθηκαν ακόμα ο "Λώρενς της Αραβίας" (που σάρωσε και τα Όσκαρ εκείνη την χρονιά), η "ανταρσία του Μπάουντυ" και ο "Κατάδικος του Αλκατράζ" ανάμεσα σε άλλες μεγάλες ταινίες...

1 σχόλιο:

Αταίριαστος είπε...

Ένα βιβλίο έγραψε η Lee κι αυτό ήταν σταθμός στην ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας. Το διάβασα πριν από χρόνια. Ενα βιβλίο γοητευτικό στην κάθε του σελίδα.